Αναρτήσεις

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος- Τάσος Λειβαδίτης

    Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και για το δίκαιο. Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα ματώσουν απ΄τις φωνές το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω. Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία. Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή. Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις πολιτείες μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες. Δεν έχεις καιρό δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος. Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη ή το παιδί σου. Δε θα διστάσεις. Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου Θ΄απαρνηθείς τη βραδιν...

Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Ουρλιαχτό

Εικόνα
Βγάλτε τίς κλειδαριές από τίς πόρτες! Βγάλτε τίς πόρτες απ' τούς μεντεσέδες! Γιά τον Κάρλ Σόλομον Είδα τά καλύτερα μυαλά τής γενιάς μου χαλασμένα απ' την     τρέλα, λιμασμένα υστερικά γυμνά, νά σέρνονται μέσ' απ' τούς νέγρικους δρόμους τήν αυγή γυ-     ρεύοντας μιά φλογισμένη δόση, χίπστερς αγγελοκέφαλοι πού καίγονταν γιά τόν αρχαίο επου-     ράνιο δεσμό μέ τό αστρικό δυναμό στή μηχανή τής νύχτας, φτωχοί καί κουρελήδες μέ βαθουλωμένα μάτια, πού φτιαγμέ-     νοι ξενυχτούσαν καπνίζοντας στό υπερφυσικό σκοτάδι πα-     γωμένων διαμερισμάτων, αρμενίζοντας πάνω από τίς κορ-     φές τών πόλεων αφοσιωμένοι στήν τζάζ, πού άνοιγαν τό μυαλό τους στά Ουράνια κάτω απ' τόν εναέριο     σιδηρόδρομο καί βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους τρεκλί-     ζοντας φωτισμένοι σέ ταράτσες λαϊκών πολυκατοικίων, πού πέρασαν απ' τά πανεπιστήμια μέ μάτια ανοιχτά κι αχτι-     νοβόλα μέ παραισθήσεις τού Άρκανσω κι οράματα δραμα- ...

Το κυρίαρχο σκουλήκι (Έντγκαρ Άλαν Πόε)

Εικόνα
Κοιτάξτε! Μια πανηγυρική παράσταση είναι, σ’ αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια. Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο, κάθεται σ’ένα θέατρο για να δει ένα δράμα από ελπίδες και φόβους καμωμένο, ενώ η ορχήστρα στενάζει κάθε τόσο τη μουσική των κόσμων. Μίμοι, στο σχήμα του Υψίστου ντυμένοι, σιγομιλάν και σιγομουρμουρίζουν, και δώθε κείθε ξεπετάγονται, νευρόσπαστα σωστά, που πηγαινώρχονται στις διαταγές τεράστιων άμορφων στοιχείων, που αλλάζουνε τα σκηνικά μπρός πίσω, σαλεύοντας με όρνιου φτερά την αόρατη ένα γύρω δυστυχία. Το ποικιλόμορφο αυτό δράμα, σίγουρα δεν θα βολέψει να λησμονηθεί, μ’αυτό το φάντασμα που αιώνια κυνηγιέται απ’ένα πλήθος, όπου δε βολεί να το τσακώσει μεσ’ έναν κύκλο, όπου αιώνια στρέφοντας ματαγυρνά στην ίδια θέση πάντα, κι όπου περίσσα τρέλα και πιότερη αμαρτία και φρίκη της πλοκής του, ειν’ η ψυχή. Μα ιδέστε, μεσ’στη χλαλοή των μίμων μια χαμόσυρτη μορφή που εισβάλει, ένα πράμα αιματοκόκκινο, που νηματόστριφο προβάλλει από τα ερημοσκ...

Αὐτονεκρολογία του βαρναλη

Εικόνα
Μισὸν αἰῶνα πάλευα κι ἀπάνου γιὰ λευτεριὰ δικιά μου καὶ τῶν ἄλλων, κι ὅλο πιότερο μ᾿ ἔπνιγεν ὁ βρόχος, κι οἱ γενναῖοι, ποὺ μὲ πνίγανε, πιὸ δοῦλοι. Μὲ μπουκῶναν μωρὸ «Μεγάλη Ἰδέα» κρύβοντάς μου τὸν πιὸ αἱμοβόρο ὀχτρό μου: νά ῾μαι τοῦ ξένου ὁ πάτος, νὰ μισῶ καὶ νὰ καταφρονῶ τ᾿ ἀνόσιο πλῆθος. Τὰ σκολειά μου τὰ κλείνανε τὰ μάτια. Μοῦ τ᾿ ἄνοιγαν ἡ ζούγκλα τῶν Ὀλίγων καὶ τὰ «καταραμένα» τὰ βιβλία. Κι ὁλάνοιχτ᾿ ἀπομεῖναν ὡς τὸ τέλος. Ὅσο τὰ χρόνια ἀσπρίζαν στὴν κορφή μου, τόσο βαθιὰ μοῦ μάτωνεν ἡ ἐλπίδα. Μάθαινα πὼς ἡ ἀγάπη εἶναι δειλία κι ἡ καλοσύνη ἀγιάτρευτο κακό. Ἥρωας δὲν ἤμουν, μ᾿ ἔκαμνεν ὁ φόβος (ἢ θὰ σκοτώσεις ἢ θὰ σκοτωθεῖς) νὰ μεγαλώνω τὴ γλυκιὰ πατρίδα καὶ νὰ μικραίνω τὸ φτωχὸ λαό. Νὰ γελιέμαι πὼς ζῶ, ξεπόρτιζα ἔξω. Κάθε πατημασιά μου καὶ πληγή. Πιανόμουν ἀπὸ κάγκελα καὶ πόρτες μὴν πέσω – τὸ κουφάρι μου κι ὄχι ἐγώ! Μ᾿ ἄφησαν ὅλοι στὰ κακὰ ὑστερνά μου: γυναῖκες, συγγενάδια, ἄσπονδοι φίλοι. Κανεὶς νὰ μὲ βαστάει, νὰν τοῦ μιλάω. Μιλοῦσα μοναχὸς δίχως ν᾿ ἀκούω. Μὲ βρήκανε στὸ τέλος ξυλι...

Οἱ πόνοι τῆς Παναγιᾶς

Ποῦ νὰ σὲ κρύψω, γιόκα μου, νὰ μὴ σὲ φτάνουν οἱ κακοί; Σὲ ποιὸ νησὶ τοῦ Ὠκεανοῦ, σὲ ποιὰ κορφὴν ἐρημική; Δὲ θὰ σὲ μάθω νὰ μιλᾷς καὶ τ᾿ ἄδικο φωνάξεις. Ξέρω πῶς θἄχεις τὴν καρδιὰ τόσο καλή, τόσο γλυκή, ποὺ μὲ τὰ βρόχια τῆς ὀργῆς ταχιὰ θενὰ σπαράξεις. Σὺ θἄχεις μάτια γαλανά,θἄχεις κορμάκι τρυφερό, θὰ σὲ φυλάω ἀπὸ ματιὰ κακὴ κι ἀπὸ κακὸν καιρό, ἀπὸ τὸ πρῶτο ξάφνισμα τῆς ξυπνημένης νιότης. Δὲν εἶσαι σὺ γιὰ μάχητες, δὲν εἶσαι σὺ γιὰ τὸ σταυρό. Ἐσὺ νοικοκερόπουλο -ὄχι σκλάβος ἢ προδότης. Τὴ νύχτα θὰ συκώνομαι κι ἀγάλια θὰ νυχοπατῶ, νὰ σκύβω τὴν ἀνάσα σου ν᾿ ἀκῶ, πουλάκι μου ζεστὸ νὰ σοῦ ῾τοιμάζω στὴ φωτιὰ γάλα καὶ χαμομήλι, κ᾿ ὕστερα ἀπ᾿ τὸ παράθυρο μὲ καρδιοχτύπι νὰ κοιτῶ ποὺ θὰ πηγαίνεις στὸ σκολιό με πλάκα καὶ κοντύλι. Κι ἂν κάποτε τὰ φρένα σου μ᾿ ἀλήθεια, φῶς τῆς ἀστραπῆς, χτυπήσει ὁ Κύρης τ᾿ οὐρανοῦ, παιδάκι μου νὰ μὴ τὴν πεῖς! Θεριὰ οἱ ἀνθρώποι, δὲ μποροῦν τὸ φῶς νὰ τὸ σηκώσουν! Δὲν εἶν᾿ ἀλήθεια πιὸ χρυσὴ σὰν τὴν ἀλήθεια τῆς σιωπῆς. Χίλιες φορὲς νὰ γεννηθεῖς, τόσες θὰ σὲ σταυρώσουν! Κώ...

Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.

Εικόνα
  Και να που φτάσαμε εδώ χωρίς αποσκευές μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι. Κι εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα. Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος. Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη… Βέβαια αγάπησε τα ιδανικά της ανθρωπότητας, αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα. Σκληρός, άκαρδος κόσμος, που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται. Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστία για να μένουν νεκροί για πάντα. Αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί για όλη την ανθρωπότητα. Αλλά τα βράδια τι όμορφα που μυρίζει η γη… Καθώς μένω στο δωμάτιο μου, μου ’ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες. Φοράω το σακάκι του πατέρα κι έτσι είμαστε δυο, κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω ήταν για να δώσω έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο. Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί σαν ένα τραγούδι, που καθώς βρέχει παίρνει το μέρος των ...

Καζαντζάκης: Ασκητική

  Καζαντζάκης Ασκητική  - να αγαπάς την ευθύνηΔε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι. Δεν πολεμούμε τα σκοτεινά μας πάθη με νηφάλια, αναιμικιά, ουδέτερη, πάνω από τα πάθη αρετή. Παρά με άλλα σφοδρότερα πάθη. Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε! Έχεις ευθύνη. Δεν κυβερνάς πια μονάχα τη μικρή ασήμαντη ύπαρξή σου. Είσαι μια ζαριά όπου για μια στιγμή παίζεται η μοίρα του σογιού σου. Ζούμε μόνοι, πεθαίνουμε μόνοι, το ενδιάμεσο φωτεινό σημείο το λέμε ζωή. Η ανώτατη αρετή δεν είναι νά' σαι ελεύτερος, παρά να μάχεσαι για ελευτερία. Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη. Μην καταδέχεσαι να ρωτάς: "Θα νικήσουμε; Θα νικηθούμε;" Πολέμα! Ν' αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω. Να πεθαίνεις κάθε μέρα. Να γεννιέσαι κάθε μέρα. Ν' αρνιέσαι ό,τι έχεις κάθ...