Τρία μυρμήγκια συναπαντήθηκαν πάνω στην μύτη κάποιου, που ήταν ξαπλωμένος και κοιμότανε στον ήλιο. Κι αφού αλληλοχαιρετίστηκαν, καθένα σύμφωνα με τα έθιμα της φυλής του, στάθηκαν να κουβεντιάσουν. Το πρώτο μυρμήγκι είπε: «Αυτοί οι λόφοι κι οι πεδιάδες είναι οι πιο γυμνόκαρπες απ’ όσες έχω δει ποτές μου. Έψαχνα ολημερίς για ένα -οποιοδήποτε- σποράκι και δεν βρήκα τίποτα». Κι είπε το δεύτερο μυρμήγκι: «Κι εγώ τα ίδια, τίποτα δεν βρήκα, κι έφαγα κάθε γωνιά και ξέφωτο. Αυτή ‘ναι θαρρώ, εκείνη που λένε οι συμπατριώτες μου: Μαλακή και κινούμενη γη που σε δαύτη τίποτα δεν ξεφυτρώνει». Τότε, το τρίτο μυρμήγκι, σήκωσε το κεφάλι του και είπε: «Φίλοι μου, στεκόμαστε αυτή την στιγμή πάνω στην μύτη του Υπερμύρμηγκα, του πανίσχυρου και άπειρου Μυρμηγκιού, που το σώμα του είναι τόσο μεγάλο που εμείς να μην μπορούμε να το δούμε, που η σκιά του είναι τόση -σ’ απεραντοσύνη- που να μην μπορούμε να την σχεδιαγραφήσουμε, που η φωνή του είναι τόσο βροντερή που να μην μπορούμε να την ακούσουμε. Κι είναι αυτό...
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου