Μισὸν αἰῶνα πάλευα κι ἀπάνου γιὰ λευτεριὰ δικιά μου καὶ τῶν ἄλλων, κι ὅλο πιότερο μ᾿ ἔπνιγεν ὁ βρόχος, κι οἱ γενναῖοι, ποὺ μὲ πνίγανε, πιὸ δοῦλοι. Μὲ μπουκῶναν μωρὸ «Μεγάλη Ἰδέα» κρύβοντάς μου τὸν πιὸ αἱμοβόρο ὀχτρό μου: νά ῾μαι τοῦ ξένου ὁ πάτος, νὰ μισῶ καὶ νὰ καταφρονῶ τ᾿ ἀνόσιο πλῆθος. Τὰ σκολειά μου τὰ κλείνανε τὰ μάτια. Μοῦ τ᾿ ἄνοιγαν ἡ ζούγκλα τῶν Ὀλίγων καὶ τὰ «καταραμένα» τὰ βιβλία. Κι ὁλάνοιχτ᾿ ἀπομεῖναν ὡς τὸ τέλος. Ὅσο τὰ χρόνια ἀσπρίζαν στὴν κορφή μου, τόσο βαθιὰ μοῦ μάτωνεν ἡ ἐλπίδα. Μάθαινα πὼς ἡ ἀγάπη εἶναι δειλία κι ἡ καλοσύνη ἀγιάτρευτο κακό. Ἥρωας δὲν ἤμουν, μ᾿ ἔκαμνεν ὁ φόβος (ἢ θὰ σκοτώσεις ἢ θὰ σκοτωθεῖς) νὰ μεγαλώνω τὴ γλυκιὰ πατρίδα καὶ νὰ μικραίνω τὸ φτωχὸ λαό. Νὰ γελιέμαι πὼς ζῶ, ξεπόρτιζα ἔξω. Κάθε πατημασιά μου καὶ πληγή. Πιανόμουν ἀπὸ κάγκελα καὶ πόρτες μὴν πέσω – τὸ κουφάρι μου κι ὄχι ἐγώ! Μ᾿ ἄφησαν ὅλοι στὰ κακὰ ὑστερνά μου: γυναῖκες, συγγενάδια, ἄσπονδοι φίλοι. Κανεὶς νὰ μὲ βαστάει, νὰν τοῦ μιλάω. Μιλοῦσα μοναχὸς δίχως ν᾿ ἀκούω. Μὲ βρήκανε στὸ τέλος ξυλι...